Πανελλήνιο Δίκτυο Παθήσεων Σπονδυλικής Στήλης Back Care network
ΑΡΧΙΚΗ
Ι. ΚΑΡΝΕΖΗΣ
ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΕΙΣ
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
LINKS
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Legal Disclaimer
© 2004 - 2013
Τελευταία ενημέρωση 01/06/2013

Γλωσσάρι (Το λεξικό του τραύματος)

Ανάταξη (κατάγματος ή εξαρθρήματος) : η επαναφορά των οστών που έχουν μετακινηθεί με το κάταγμα ή της άρθωσης που έχει εξαρθρωθεί στην αρχική τους θέση

Ανάταξη κατάγματος ανοικτή: η επαναφορά των οστών που έχουν μετακινηθεί με το κάταγμα στην αρχική τους θέση με χειρουργική επέμβαση

Ανάταξη κατάγματος κλειστή: η επαναφορά των οστών που έχουν μετακινηθεί με το κάταγμα στην αρχική τους θέση χωρίς χειρουργική επέμβαση (με χειρισμούς)

Αρθροπλαστική ισχίου ημιολική: η αντικατάσταση της κεφαλής του μηριαίου οστού με συνθετική (μεταλλική) κεφαλή μετά από υποκεφαλικό κάταγμα του ισχίου με σκοπό την αποκατάσταση της σταθερότητας του ισχίου

Αρθροπλαστική ολική: η χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης όλων των τμημάτων μιας άρθρωσης που έχει υποστεί φθορά (π.χ. Οστεοαρθρίτιδα) με συνθετικά (τεχνητά) μέρη με σκοπό την εξάληψη του πόνου και την αποκατάσταση της λειτουργίας της άρθρωσης

Άσηπτη νέκρωση οστού: Η νέκρωση των κυττάρων του οστού που προκαλείται από τη διακοπή της αιματικής παροχής στο οστό π.χ. μετά από κάταγμα κοντά στο άκρο του οστού με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις την 'καθίζηση' του οστού και την βλάβη της άρθρωσης

Διάστρεμα: Η κάκκωση μιας άρθρωσης που προκαλεί διάταση (τέντωμα) των συνδέσμων αλλά όχι πλήρη ρήξη (σπάσιμο). Συνοδεύεται από πόνο και οίδημα (πρίξιμο) αλλά όχι αστάθεια της άρθρωσης

Διάταση (strain) συνδέσμου: κάκκωση ενός συνδέσμου ο οποίος όμως δεν έχει υποστεί ρήξη

Ενδομυελική ήλωση: Μέθοδος οστεοσύνθεσης για σταθεροποίηση καταγμάτων που επιτυγχνάνεται με την εισαγωγή μεταλλικού 'ήλου' στο εσωτερικό (μυελική κοιλότητα) του τραυματισμένου οστού. Πρόκειται για την σταθερότερη (ισχυρότερη) μέθοδο σταθεροποιίσης των καταγμάτων

Εξάρθρημα: Η κάκκωση μιας άρθρωσης κατά την οποία τα οστά που την αποτελούν χάνουν τη φυσιολογική τους επαφή ("βγάλσιμο"). Εχει σαν αποτέλεσμα σχεδόν πάντα την πλήρη ρήξη ενός ή περισσοτέρων συνδέσμων που συγκρατούν την άρθρωση

Κάταγμα: Διακοπή της συνέχειας (σπάσιμο) του οστού

Κάταγμα ανοικτό: Το κάταγμα που συνοδεύεται με ρήξη (σχίσιμο) του δέρματος με συνέπεια να είναι εκτεθιμένη η 'εστία' του κατάγματος στο εξωτερικό περιβάλλον. Εξ αιτίας αυτού ο κίνδυνος μικροβιακής επιμόλυνσης των οστών είναι πολύ μεγάλος και επιβάλλεται ΑΜΕΣΗ χειρουργική αντιμετώπιση

Kάταγμα Απαρεκτόπιστο: τα άκρα του οστού στο σημείο του κατάγματος δεν έχουν μετακινηθεί από την αρχική τους θέση

Κάταγμα εκ κοπώσεως (stress) : Το κάταγμα που δεν προκαλείται από ένα συγκεκριμένο επισόδειο (π.χ. Πτώση) αλλά από επαναλαμβανόμενη, παρατεταμένη καταπόνηση του οστού (π.χ. Βάδιση για μεγάλη απόσταση).

Κάταγμα κλειστό: Το κάταγμα το οποίο δεν συνοδεύεται από ρήξη (σχίσιμο) του δέρματος

Kάταγμα Παρεκτοπισμένο: τα άκρα του οστού στο σημείο του κατάγματος έχουν μετακινηθεί από την αρχική τους θέση

Κάταγμα Συντριπτικό: Το οστό έχει σπάσει σε περισσότερα από δύο κομμάτια

Οστεομυελίτιδα: Λοίμωξη του οστού από μικρόβιο. Μπορεί να συμβεί μετά από ανοικτό κάταγμα. Μπορεί ακόμα να συμβεί όταν το μικρόβιο φθάνει στο οστό μέσω της αιματικής κυκλοφορίας (μικροβιαιμία).

Οστεοσύνθεση: η χειρουργική σταθεροποίηση του οστού που έχει υποστεί κάταγμα με τη χρήση ειδικών υλικών (π.χ. Ορθοπαιδικές βίδες, πλάκες, ήλοι κλπ)

Οστεοσύνθεση εξωτερική: η σταθεροποίηση ενός κατάγματος με τη χρήση ειδικών μεταλλικών βελόνων που ενώνονται μεταξύ τους με ράβδο που βρίσκεται έξω από το σώμα.

Οστεοσύνθεση εσωτερική: η σταθεροποίηση ενός κατάγματος με τη χρήση ειδικών υλικών (πχ ορθοπαιδικές βίδες, πλάκες κλπ) που τοποθετούνται μέσα στο σώμα.

Οστικό μόσχευμα: Υλικό που έχει τις ιδιότητες του οστού και τοποθετείται χειρουργικά κοντά στο οστό με σκοπό να βοηθήσει την επούλωση ("πώρωση") ενός κατάγματος ή για να "γεμίσει" ένα έλλειμα (κενό) στο οστό. Μπορεί να είναι φυσικό οστό ή συνθετική ουσία.

Οστικό μόσχευμα συνθετικό: Οστικό μόσχευμα από συνθετική ουσία.

Πώρωση Κατάγματος: ‘Επούλωση’ του κατάγματος, η διαδικασία κατά την οποία ο χώρος του κατάγματος γεμίζει από νέο οστό (πώρος) που αποκαθιστά την ακεραιότητά του

Πώρωση σε πλημελή θέση (malunion): Η επούλωση του οστού σε θέση διαφορετική από το φυσιολογικό του σχήμα (πχ με βράχυνση (κόντυμα), γωνίωση ή στροφή). Συχνά προκαλεί πρόβλημα στην λειτουργικότητα του άκρου (πχ στο βάδισμα).

Ρήξη Συνδέσμου: πλήρης ή μερική διακοπή (σπάσιμο) ενός συνδέσμου που μπορεί να συνοδεύεται από πόνο, οίδημα (πρίξιμο) ή και συλλογή υγρού ή αίματος στην άρθρωση. Σε περιπτώσεις που η ρήξη είναι πλήρης, μπορεί να υπάρχει αστάθεια της άρθρωσης κατά την κίνηση

Σύνδεσμος: «ταινία» από ελαστικό ιστό και κολλαγόνο που συνδέει δύο άκρα των οστών μέσα ή κοντά σε μία άρθρωση

Σύνδρομο Sudeck (Αλγοδυστροφία) : Επίμονος πόνος, οιδήμα (πρίξιμο) και δυσκαμψία (δυσκολία στην κίνηση) που συμβαίνουν κυρίως στο χέρι, μετά από κάποιο τραυματισμό, συνήθως κάταγμα στον καρπό. Μπορεί να επιμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και αντιμετωπίζονται με εντατική φυσικοθεραπεία.

Σύνδρομο διαμερίσματος: Ύπαρξη πόνου στην κνήμη (γάμπα) και μουδιάσματος στα δάχτυλα του ποδιού συνήθως μετά από κάταγμα της κνήμης. Το πρόβλημα οφείλεται σε αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό του σκέλους λόγω αιματώματος και οιδήματος των μυών. Είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί επειγόντως γιατί αν επιμείνει μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή της αιματικής ροής στο πόδι και μόνιμες σοβαρές βλάβες.

Ψευδάρθρωση: Η αποτυχία της επούλωσης ενός κατάγματος, που έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη μόνιμης κίνησης μεταξύ των κομματιών του σπασμένου οστού. Μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή σταθεροποίηση του κατάγματος ("υπερτροφική" ψευδάρθρωση), ή σε ανεπάρκεια των μηχανισμών επούλωσης του σώματος ("ατροφική" ψευδάρθρωση.